Νάρκη

Νάρκη
Του άλγους δοκιμές - Κωνσταντίνος Καβάφης

Monday, April 29, 2019

Μανόλης Αναγνωστάκης: "If" (απαγγελία: Μ. Αναγνωστάκης - (Boom Bap Mix)


Μανόλης Αναγνωστάκης (Στόχος)

If…

Αν — λέω αν…
Αν όλα δε συνέβαιναν τόσο νωρίς
Η αποβολή σου απ’ το Γυμνάσιο στην Ε΄ τάξη,
Μετά Χαϊδάρι, Αϊ-Στράτης, Μακρονήσι, Ιτζεδίν,

Αν στα 42 σου δεν ήσουν με σπονδυλαρθρίτιδα
Ύστερα από τα είκοσι χρόνια της φυλακής
Με δύο διαγραφές στην πλάτη σου, μια δήλωση
Αποκηρύξεως όταν σ’ απομονώσαν στο Ψυχιατρείο
Αν —σήμερα λογιστής σ’ ένα κατάστημα εδωδίμων—
10
Άχρηστος πια για όλους, στυμμένο λεμόνι,
Ξοφλημένη περίπτωση, με ιδέες από καιρό ξεπερασμένες,
Αν — λέω αν…
Με λίγη καλή θέληση ερχόνταν όλα κάπως διαφορετικά
Ή από μια τυχαία σύμπτωση, όπως σε τόσους και τόσους

Συμμαθητές, φίλους, συντρόφους — δε λέω αβρόχοις ποσί
Αλλά αν…
(Φτάνει. Μ’ αυτά δε γράφονται τα ποιήματα. Μην επιμένεις.
Άλλον αέρα θέλουν για ν’ αρέσουν, άλλη «μετουσίωση».
Το παραρίξαμε στη θεματογραφία).


το βίντεο μεταφορτώθηκε από το χρήστη
SoundVandal G.T.
Published on Apr 14, 2019
Μανόλης Αναγνωστάκης - If (Boom Bap Mix)
Category
Music


το ποίημα αλιεύθηκε από εδώ:
http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=2&text_id=100

Κ. Καβάφης: "Η πόλις" - "Απολείπειν ο Θεός Αντώνιος" (Κ. Καραμπέτη, (Boom Bap Mιx)


μεταφορτώθηκε από το χρήστη:
SoundVandal G.T.
Published on Oct 2, 2014
Απαγγελία : Καριοφυλλιά Καραμπέτη

"Η Πόλις"

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

******

"Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον"

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Category
Film & Animation
Music in this video
Learn more
Song
Circle of Tyrants
Artist
Necro
Album
Gory Days
Licensed to YouTube by
INgrooves (on behalf of Psycho+Logical-Records); ASCAP, and 7 Music Rights Societies
Buy it now on Google Play

Κωνσταντίνος Καβάφης: "Όσο μπορείς"

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική. 



το βίντεο μεταφορτώθηκε από το χρήστη
Konstantinos Kallias
Published on Jul 25, 2017
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Ερμηνεία : Παντελής Θεοχαρίδης
Μουσική : Κωνσταντίνος Κάλλιας 
Ενορχήστρωση - Παραγωγή : Κωνσταντίνος Κάλλιας
Kαλλιτεχνική επιμέλεια:Αντώνης Μποσκοϊτης
Artwork : Νατάσσα Χαραλαμπίδη

Πιάνο : Κωνσταντίνος Κάλλιας
Τσέλο : Κώστας Βενετικίδης
Φλάουτο : Ναυσικά Τσάρα
Κλασική κιθάρα - ακουστική : Κώστας Π. Κάλλιας

Contact:kalliaskost@yahoo.com
https://www.facebook.com/konstantinos...
Category
Music

"Όσο μπορείς" (Κωνσταντίνος Καβάφης) - ταινία μικρού μήκους (8' λεπτά)


το βίντεο μεταφορτώθηκε από το χρήστη
Στέγη - Ίδρυμα Ωνάση
Published on Oct 29, 2013

Μια παραγωγή του Αρχείου Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση σε σενάριο Σοφίας Βγενοπούλου και σκηνοθεσία Γρηγόρη Ρέντη. Το «Όσο μπορείς» είναι εμπνευσμένο από το ομότιτλο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη. Γυρίστηκε στο Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Αθηνών.
Category
Entertainment

Αδιέξοδο και αξιοπρέπεια στην καβαφική ποίηση

Φωτογραφία Καβάφη

   Μελετώντας κανείς την ποίηση του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933), αντιλαμβάνεται το πλήθος των ιδεών που ο ποιητής επιχειρεί να κοινωνήσει μέσα από τα έργα του. Πρόκειται για ιδέες του ίδιου του ποιητή, που απορρέουν από τη φιλοσοφία του για τη ζωή, τον κόσμο και τον άνθρωπο και εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλη απήχηση παγκοσμίως μέχρι σήμερα. Mία από τις ιδέες που με χαρακτηριστική συχνότητα επανέρχεται στα καβαφικά ποιήματα είναι η αδυναμία του ανθρώπου να αλλάξει κάποιες καταστάσεις και να ξεπεράσει εμπόδια που ορθώνονται μπροστά του. Η αδυναμία του αυτή τον οδηγεί σε αδιέξοδο, το οποίο δεν του αφήνει περιθώριο επαναπροσδιορισμού και ανακατάταξης της ζωής του.

Το ερώτημα που τίθεται ύστερα από μια τέτοια διαπίστωση είναι το αν και κατά πόσο ο Καβάφης έχει να αντιτάξει κάτι απέναντι στο αδιέξοδο αυτό. Τι προτείνει ως ποιητής; Τη μοιρολατρεία, την παραίτηση και τον ξεπεσμό; Η απάντηση είναι πως όχι, αφού η πρότασή του ενάντια στο μάταιο είναι η αξιοπρέπεια.
     Σημαντικό εδώ είναι να σημειωθεί ότι ο Καβάφης είπε όσα ήθελε να πει χρησιμοποιώντας σε πολλά ποιήματά του σύμβολα, τα οποία και διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό και πολύ ουσιαστικό ρόλο στα έργα του. Χρησιμοποιώντας ιστορικά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις ως σύμβολα, ο Καβάφης κατορθώνει να εξωτερικεύσει τις μείχιες σκέψεις, τα αισθήματα και τις ιδέες του. Η τόσο έντονη χρήση συμβόλων δεν είναι τυχαία στην καβαφική ποίηση. Ο ποιητής  τα εντάσσει στα ποιήματά του με στόχο τα πρώτα να λειτουργήσουν ως μέσον που θα μετουσιώσει το προσωπικό εκφραζόμενο βίωμα σε καθολική και οικουμενική εμπειρία. Χωρίς τα σύμβολα, τα οποία είναι (ή μπορούν να γίνουν) γνωστά στον κάθε αναγνώστη, η ποίηση του Καβάφη θα έχανε τόσο τον οικουμενικό όσο και το διαχρονικό της χαρακτήρα που είναι αυτός που την κάνει να έχει απήχηση σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή. Η ποίησή του είναι απόλυτα βιωματική καθώς, όμως, την επενδύει με ιστορικά γεγονότα, περιστατικά και άλλα σύμβολα, γίνεται καθολική και ο διδακτικός του τόνος έχει ως αποδέκτη όχι μόνο το αναγνωστικό κοινό αλλά και τον ίδιο.  Επιπλέον, τα σύμβολα τού επιτρέπουν να εκφράσει όσα θέλει να πει μέσα από φόρμες που είναι διαφορετικές από τις αναμενόμενες, όπως για παράδειγμα κάνει αναφερόμενος σε ιστορικά γεγονότα με σκοπό όμως όχι να διδάξει ιστορία, αλλά να περάσει μηνύματα ζωής. Έτσι γίνεται αντιληπτό πώς κατορθώνει ο Καβάφης να μιλήσει για καθαρά φιλοσοφικές έννοιες, όπως είναι ο εγκλωβισμός και το αδιέξοδο του ανθρώπου, καθώς και η αξιοπρέπεια, μέσα από ποιήματα που δεν έχουν αμιγώς  φιλοσοφικό περίβλημα.

Αδιέξοδο

      Το καβαφικό ποίημα που εκφράζει ίσως με τη μεγαλύτερη σαφήνεια και ένταση την αδυναμία του ανθρώπου να αλλάξει γραμμή πλεύσης, να διαγράψει τα λάθη του παρελθόντος και να ακολουθήσει μια νέα ζωή είναι Η Πόλις. Στις μόλις δύο στροφές αυτού του ποιήματος, ο ποιητής κατορθώνει να αισθητοποιήσει με απαράμιλλη μαεστρία το αδιέξοδο του ανθρώπου, ο οποίος είναι δυστυχισμένος με την παρούσα ζωή του και επιθυμεί να την αλλάξει («Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα./Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή»). Οι προσπάθειές του όμως να αλλάξει τη ζωή αυτή και να την πάρει από την αρχή πέφτουν το κενό («Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·») και η απόγνωση και τα αρνητικά συναισθήματα, που οφείλονται στα λάθη του παρελθόντος, ολοένα τον κατακλύζουν («κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη»). Ο ποιητής είναι κατηγορηματικός και απόλυτος: «Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες./Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς/τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·/και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.». Ο άνθρωπος δεν έχει τρόπο διαφυγής. Η «πόλις», η οποία τον ακολουθεί, συμβολίζει τον ίδιο του τον εαυτό, το παρελθόν του και τα λάθη του. Όπου και να πάει, όσο και να προσπαθήσει θα παραμένει ο ίδιος. Οι επιλογές του και οι αποφάσεις του τον καθορίζουν και διαμορφώνουν αυτό που είναι σήμερα. Ό,τι και να κάνει για να ξεφύγει από αυτήν την «πόλη», από τον ίδιο του δηλαδή το «εγώ», θα έρχεται αντιμέτωπος πάντα με τον παλιό του εαυτό και θα βιώνει το αδιέξοδο («Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—/δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό./Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.»).

     Ένα άλλο ποιήμα που ο Καβάφης οικοδομεί πάνω σε σύμβολα, με στόχο να δείξει το πώς ο άνθρωπος εγκλωβίζεται μέσα σε καταστάσεις τις οποίες ορίζει η τύχη που διέπει την ανθρώπινη ζωή, αλλά και μέσα σε δικές του συνήθειες, λάθη και παραλείψεις, είναι Η Σατραπεία. «Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος/για τα ωραία και μεγάλα έργα/η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα/ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·» λέει ο ποιητής, εκφράζοντας το δράμα του ανθρώπου που παρατηρεί τη ζωή του να διαμορφώνεται ερήμην του και τις ικανότητες και τα προσόντα του να μην είναι αρκετά για να τον οδηγήσουν στην επιτυχία. Δεν είναι όμως μόνο οι εξωτερικοί παράγοντες που τον εμποδίζουν να κατακτήσει μία επιτυχία αντίστοιχη των προσόντων του. Ύστερα από την αναφορά στον εξωτερικό παράγοντα «τύχη», ο ποιητής σπεύδει να συμπληρώσει και τον εσωτερικό παράγοντα, για τον οποίο την ευθύνη φέρει ο ίδιος ο άνθρωπος και είναι οι «ευτελείς συνήθειες,/και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.».  Η αδυναμία του ανθρώπου να ακολουθήσει τα όνειρά του και να κατακτήσει μια επιτυχία αντίστοιχη των προσόντων του, είτε αυτή οφείλεται σε προσωπική αδράνεια και ελλιπή προσπάθεια, είτε σε εξωτερικούς παράγοντες, τον φέρνει σε αδιέξοδο και τον ωθεί στην απελπισμένη παράδοση («Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,/(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις») και το συμβιβασμό («και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,/και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη/που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,/και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια./Και συ τα δέχεσαι με απελπισία/αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.»). Τα δώρα του Αρταξέρξη είναι μεν μια εναλλακτική αλλά δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκε ο άνθρωπος, καθώς αποτελούν την εύκολη λύση που ο τελευταίος αντάλλαξε με την ικανοποίηση των πραγματικών του ονείρων. Τα όνειρα αυτά δεν μπορούν να εκπληρωθούν στη σατραπεία, δεν μπορούν να βρουν το δρόμο της πραγματοποίησής τους μέσω της εύκολης οδού. Εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες οδήγησαν τον άνθρωπο σε έναν τρόπο ζωής που είναι αδύνατον να του φέρει την ευτυχία, αφού δε συμβαδίζει με τις πραγματικές του επιθυμίες («τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,/τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.») και ικανότητες. Παραμένει έτσι απελπισμένος και εγκλωβισμένος σε μία κατάσταση, στην οποία άθελά του οδηγήθηκε («Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·»).

     Το ποιήμα Τείχη εκφράζει με αντίστοιχη ενάργεια τoν εγκλωβισμό του ανθρώπου, ο οποίος όμως αυτή τη φορά προκύπτει από καθαρά εξωγενείς παράγοντες. Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης αναφέρεται με μεγάλη συμβολιστική δύναμη στη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την έλλειψη της πλήρους ελευθερίας που θα ήθελε να έχει. «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ/μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.» καταγγέλει το ποιητικό υποκείμενο και χρησιμοποιεί το σύμβολο των τειχών για να ανεφερθεί στο πλήθος των περιορισμών που ο άνθρωπος υφίσταται στα πλαίσια της κοινωνίας, στην οποία ζει, όποια κι αν είναι αυτή. Οι περιορισμοί αυτοί τον οδηγούν σε απελπισία, καθώς αναλογίζεται πόσα πολλά πράγματα θα μπορούσε να κάνει αν απολάμβανε την πλήρη και απεριόριστη ελευθερία («διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.»). Το ποιητικό υποκείμενο τα βάζει με τον εαυτό του γιατί δε συνειδητοποίησε το πότε ακριβώς τέθηκαν μπροστά του οι τόσοι περιορισμοί («A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω./Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον./Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»),όπως κανένας άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται την ακριβή χρονική στιγμή που η κοινωνία θέτει εμπρός του όρια. Τα όρια αυτά μπορεί να είναι όσα αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου ο άνθρωπος να συμβιώσει σε μια οργανωμένη κοινότητα, αλλά μπορεί να είναι και οι προκαταλήψεις και τα ιδιαίτερα «πιστεύω» της κάθε κοινωνίας που πολλές φορές τον εγκλωβίζουν, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δράσει πάντα όπως επιθυμεί φτάνοντας έτσι σε προσωπικό αδιέξοδο.

     Το άλλο καβαφικό ποίημα που με εντυπωσιακή παραστατικότητα  εκφράζει το μάταιο που συχνά χαρακτηρίζει την ανθρώπινη προσπάθεια είναι οι Τρώες. Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης ταξιδεύει πάνω από χίλια χρόνια πίσω και βρίσκει τα σύμβολα που χρειάζεται στον Τρωικό πόλεμο, παραλληλίζοντας τις προσπάθειες των Τρώων για νίκη και δικαίωση με αυτές του κάθε ανθρώπου («Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·/είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.)». Όπως οι Τρώες, έτσι και οι άνθρωποι αναθαρρούν και ολοένα ελπίζουν με κάθε μικρή ή μεγάλη επιτυχία («Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι/παίρνουμ’ επάνω μας· κι αρχίζουμε/νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.»). Στην επόμενη στροφή, όμως, ο Καβάφης έρχεται να μας προσγειώσει απότομα. Όπως ο τρανός Αχιλλέας εμφανιζόταν μπροστά στους Αχαιούς κάθε φορά που έφταναν κοντά στη νίκη και τους τρόμαζε και ακύρωνε τις όποιες μέχρι τότε προσπάθειές τους, έτσι έρχονται πολλές φορές και στον άνθρωπο εμπόδια και δυσκολίες που δεν τον αφήνουν να συνεχίσει να προσπαθεί και ακυρώνουν κάθε ελπίδα για επίτευξη του στόχου του («Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά./Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας/βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει. –»). Όσο κι αν ο άνθρωπος πραγματικά πιστεύει μέσα του ότι είναι σε θέση να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο και να κατορθώσει αυτό που ονειρεύεται, όταν μια σημαντική δυσκολία φανεί στο δρόμο του, κάθε ίχνος αγωνιστικότητας και αλλοτινής δύναμης χάνεται. ( «Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,/η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·/ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·»). Ο άνθρωπος, άπελπις πλέον, λιγοψυχεί και παραιτείται («κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε/ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.»). «Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία.» ανακοινώνει κατηγορηματικά ο ποιητής. Η ήττα είναι αναπόφευκτη και από την αρχή προδιαγεγραμμένη. «Επάνω,/στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος./Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα./Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.»: Μ’ αυτό το τραγικό κλείσιμο ο Καβάφης μιλά για την αδυναμία διαχείρισης και αντιμετώπισης εκ μέρους των ανθρώπων των σημαντικών προκλήσεων της ζωής. Η πτώση είναι μάταιη· ο άνθρωπος εγκλωβίζεται στο αναπόδραστο της αποτυχίας του. Ό,τι και να κάνει, η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη. Μόνο αδιέξοδο εμπρός του.

   Σύμφωνα με τον Καβάφη, λοιπόν, παίρνοντας κανείς τον λάθος δρόμο στο μονοπάτι της ζωής, φτάνει σε ένα σημείο που ό,τι και να κάνει, όσο και να προσπαθήσει, δεν μπορεί να αλλάξει την πορεία που χάραξε και να ακολουθήσει μια καινούργια οδό, απαλλαγμένη από τις αποφάσεις και τα λάθη του παρελθόντος. Αυτή η αδυναμία αλλαγής πορείας έχει ως αποτέλεσμα να έρχεται αντιμέτωπος με ένα προσωπικό αδιέξοδο, που περιορίζει κατά πολύ την ελευθερία διαμόρφωσης του μέλλοντος. Σημαντικό, παρ’ όλα αυτά, είναι να διευκρινιστεί πως δεν υποστηρίζει ο Καβάφης ότι ο άνθρωπος είναι δέσμιος, ότι δεν έχει επιλογές ή ότι δεν είναι ελεύθερος να τραβήξει το δρόμο που επιθυμεί. Επιλογές έχει, όμως πρέπει πάντα να έχει κατά νου ότι αυτές είναι καθοριστικές για τη ζωή του και ότι, ακόμα κι αν δεν είναι οι σωστές, ίσως μετά να τον ακολουθούν για πάντα και να μην μπορεί να χαράξει μια διαφορετική πορεία. 
       Από την άλλη μεριά, δεν είναι πάντα ο ίδιος υπεύθυνος για το αδιέξοδο που βλέπει να ορθώνεται μπροστά του. Η κοινωνία είναι επίσης ένας παράγοντας, που με τους κανόνες, τα στερεότυπα ή τις προκαταλήψεις που πολλές φορές θέτει, ορθώνει εμπόδια στον άνθρωπο και δεν του επιτρέπει να νιώσει ελεύθερος και να ακολουθήσει το δρόμο που επιθυμεί και ονειρεύεται. Γίνεται, έτσι, φανερό πως ο τελευταίος, στα πλαίσια τόσο της προσωπικής όσο και της κοινωνικής του ζωής, έρχεται αντιμέτωπος με πληθώρα εμποδίων, των οποίων η αδυναμία αντιμετώπισης τον οδηγεί σε αδιέξοδο.

Αξιοπρέπεια

     Ύστερα από τα παραπάνω, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν ο Καβάφης έμεινε εκεί. Στο αδιέξοδο, την αδυναμία, τη μοιρολατρεία και τη στασιμότητα. Όπως αναφέρθηκε, η απάντηση βρίσκεται στο ότι ο Καβάφης δεν πίστευε ότι πρέπει να χάσουμε τον εαυτό μας και να ξεπέσουμε επειδή δεν μπορούμε να καταφέρουμε αυτό που θέλουμε.

     Το ποίημα που εκφράζει με τη μεγαλύτερη δύναμη και σαφήνεια την αντίληψη του Αλεξανδρινού για τη στάση ζωής που ο άνθρωπος οφείλει να έχει απέναντι στο αδιέξοδο και την αδυναμία του να αλλάξει κάποιες καταστάσεις είναι το  Όσο μπορείς. «Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,» είναι ο πρώτος στίχος του ποιήματος που μας γυρίζει πίσω στο αδιέξοδο, θέτοντας εξαρχής ως δεδομένο ότι είναι πολύ πιθανόν ο άνθρωπος να μην μπορεί να διαμορφώσει τη ζωή του όπως επιθυμεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, θα πρέπει τουλάχιστον να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό του. Το ότι δεν μπορεί να έχει τη ζωή που ονειρεύτηκε δε σημαίνει πως πρέπει να χάσει την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και να εγκαταλείψει τον εαυτό του μέσα στην ανωνυμία της μάζας («μην την εξευτελίζεις/μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,/μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.»). Αναγνωρίζει, λοιπόν, ο ποιητής ότι είναι ανθρώπινο και πολύ πιθανόν να μην μπορέσει κάποιος να χτίσει τη ζωή του με τον τρόπο που θέλει. Ο άνθρωπος, πράγματι, ενδέχεται να μην είναι πάντα σε θέση να ελέγξει την πορεία της ζωής του. Αυτό όμως που είναι σε θέση να ελέγξει-και εξαρτάται στην πραγματικότητα αποκλειστικά από τον ίδιο-είναι ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα που συναντά και θα σταθεί απένταντι στη ζωή, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκε.

     Οι Θερμοπύλες είναι ένα ποίημα που, αν και ενταγμένο σε ιστορικό πλαίσιο, αναφέρεται επίσης στο καθαρά φιλοσοφικό θέμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο Καβάφης στο ποίημα αυτό χρησιμοποιεί για ακόμη μια φορά την προσφιλή του καταφυγή σε ιστορικά γεγονότα. Συγκεκριμένα εδώ, ο ποιητής επιλέγει σαν αφετηρία τη μάχη των Θερμοπυλών και στη μάχη αυτή αναζητά  τα σύμβολα που χρειάζεται για να μιλήσει για τους ανθρώπους που στη ζωή τους θέτουν «Θερμοπύλες» και τις υπερασπίζονται μέχρι τέλους. Όπως αρμόζει να τιμούνται οι 300 Σπαρτιάτες που το 480 π.Χ. μαζί με 400 Θεσπιείς και 400 Θηβαίους θέλησαν να υπερασπιστούν τις Θερμοπύλες, παρά το προδιαγεγραμμένο τέλος τους, έτσι αρμόζει να θαυμάζονται και να τιμώνται οι άνθρωποι που καθημερινά θέτουν τους δικούς  τους στόχους και τις δικές τους αρχές («Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των/ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.») και μένουν αμετακίνητοι σ’ αυτές ακόμα κι αν από πριν γνωρίζουν ότι δε θα τα καταφέρουν («Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·»). Για τους ανθρώπους αυτούς οι αρχές και οι στόχοι τους είναι υποθέσεις τόσο ιερές που δεν τις υπηρετούν μόνο όταν είναι πλούσιοι και έχουν τη πολυτέλεια να αφοσιωθούν εξ ολοκλήρου σ’ αυτές χωρίς κανένα κόστος. Αντίθετα, ακόμα κι όταν είναι φτωχοί, μένουν ακλόνητοι στις αρχές τους, διατηρώντας την αξιοπρέπειά τους, παρόλο που το αντίθετο ενδεχομένως να τους διευκόλυνε περισσότερο στο να εξασφαλίσουν μία πιο άνετη ζωή («γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν/είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,/πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·»). Εκεί, όμως, που βρίσκεται όλη η ουσία του ποιήματος είναι στους τελευταίους στίχους. «Και περισσότερη τιμή τους πρέπει/όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)/πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,/κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.» λέει καταληκτικά ο ποιητής. Ο λόγος που μέχρι σήμερα οι αγωνιστές των Θερμοπυλών αποτελούν αξιοθαύμαστο παράδειγμα προς μίμηση είναι ότι ήξεραν το τέλος τους, ήξεραν ότι η ήττα τους είναι βέβαιη, παρ’ όλα αυτά έμειναν αμετακίνητοι στη θέση τους και δεν παραιτήθηκαν ακόμα κι όταν όλα επιβεβαίωναν τον επερχόμενο θάνατο. Η ίδια τιμή, λοιπόν, πρέπει και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που θέτουν ως ύψιστη αρχή στη ζωή τους την αξιοπρέπειά τους. Για τον Καβάφη αξία έχει η προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμά της, ενώ η αξία του αγώνα αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις όταν εκ των προτέρων ο άνθρωπος γνωρίζει πως το αποτέλεσμα δε θα είναι αυτό που επιθυμεί. Τη στιγμή μάλιστα αυτήν που ο άνθρωπος φτάνει στο αδιέξοδο, συνειδητοποιεί το μάταιο του αγώνα του (όποιος κι αν είναι αυτός) και αποφασίζει να εμμείνει σταθερός στη θέση του και την προσπάθειά του, είναι που βάζει πάνω απ’ όλα, πάνω από κάθε κόστος την αξιοπρέπειά του και υψώνεται ηθικά.

     Το τρίτο και τελευταίο ποίημα που θα αναφερθεί ως ωδή του Καβάφη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι το Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον. Ο ποιητής απευθυνόμενος στο Μάρκο Αντώνιο, που στον εμφύλιο πόλεμο με τον Οκταβιανό κατατροπώθηκε και έχασε την Αλεξάνδρεια, απευθύνεται στην πραγματικότητα στον κάθε άνθρωπο που χάνει ό,τι με κόπο απέκτησε. Ο Αντώνιος υπήρξε ένας σπουδαίος στρατηγός που αγωνίστηκε πολύ για την Αλεξάνδρεια, κατέκτησε πολλά εδάφη και όλα του τα όνειρα, οι στόχοι και οι προσπάθειες ήταν συνδεδεμένα με αυτήν. Καθώς την βλέπει να χάνεται από τα χέρια του, βλέπει παράλληλα όλους τους κόπους χρόνων να εξανεμίζονται και τα όνειρα και τα σχέδια της ζωής του να ακυρώνονται και να αποδεικνύονται πλάνες. Ο Αντώνιος συμβολίζει στο ποίημα αυτό τον κάθε άνθρωπο που στη ζωή του παλεύει για ένα σκοπό, αγωνίζεται για να «χτίσει» κάτι και στο τέλος βλέπει αυτό το κάτι να καταρρέει με τον πιο άδοξο τρόπο. Τη στιγμή εκείνη όμως, του αδιεξόδου, του εγκλεισμού, της ολοκληρωτικής καταστροφής, ο Καβάφης τον προτρέπει να μη λυγίσει, να μη θρηνήσει, να σταθεί στο ίδιο ύψος που στεκόταν μέχρι τώρα, διατηρώντας την ιδιότητα του δυνατού και αγωνιστικού ανθρώπου μέχρι τέλους («τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου/πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου/πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.»). «Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,/ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.» λέει ο Καβάφης συμβουλεύοντας τον Αντώνιο, και κατ’ επέκταση όποιον αυτός συμβολίζει, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτοιμος να αποχωριστεί ό,τι έχτισε με κόπους μιας ζωής, ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμος να δει την πτώση του, τουλάχιστον να αντιμετωπίσει στωικά και ψύχραιμα την απώλεια, παραμένοντας ο άλλοτε δυνατός άνθρωπος που κάποτε κατέκτησε την επιτυχία. Όχι μόνο δεν πρέπει να θρηνήσει, αλλά δεν πρέπει και να περάσει από το μυαλό του ότι αυτό που ζει είναι ένα ψέμα, πως η πτώση και η απώλεια είναι μια ψευδαίσθηση του νου ή μια απάτη («Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν/ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙/μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.»). Το βάρος του κειμένου έγκειται ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Στο σημείο που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη βέβαιη επερχόμενη απώλεια, συνειδητοπoιεί το αδιέξοδο, όμως το δέχεται, στέκεται ακλόνητος, δυνατός, ακέραιος και παρά την τραγικότητα της στιγμής δεν αφήνεται να χάσει την αξιοπρέπειά του. Έχει σαφώς το δικαίωμα να συγκινηθεί, γιατί είναι άνθρωπος, αλλά όχι να εκπέσει, όχι να μοιάσει στους δειλούς που τίποτα δεν κατόρθωσαν στη ζωή τους. Οφείλει, όπως υποδέχτηκε την «Αλεξάνδρεια», έτσι και να την αποχαιρετήσει· με το κεφάλι ψηλά και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που έχει μάθει να αγωνίζεται, να αυτοκυριαρχείται και να μένει όρθιος όχι μόνο στις επιτυχίες, αλλά και στις ήττες κάθε είδους.

το άρθρο αλιεύθηκε από εδώ:
https://artic.gr/marianna-georgoyli-3/

Κώστας Μουρσελάς: "Ο πόθος καίει τα σωθικά"

Για τον πατέρα, που έσβησε σαν πουλάκι στις 19/7/2017. Την πρώτη μέρα της ζωής μου!

Ο συγγραφέας Κώστας Μουρσελάς έφυγε για πάντα, μία βροχερή, καλοκαιρινή μέρα. Σχεδόν σαν να μην υπήρξε στο βασίλειο της λησμοσύνης. Το φευγιό του, ακόμη ένα δίλεπτο τηλεοπτικό σχόλιο, και αυτό στην κρατική τηλεόραση. Δύο τρεις αράδες για την αιρετική, για την εποχή της, τηλεοπτική σειρά, «Εκείνος Εκείνος» – πάντα άρεσε στον πατέρα μου, Ο Σόλων και ο Λουκάς – κι ύστερα, μία κάπως μεγαλύτερη στάση, στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» ∙ τα συνήθη, θαρρώ, σε μία προβλέψιμη ανακύκλωση ρουτίνας. Κι όμως, και μόνο ν’ ανατρέξεις πριν κάποια χρόνια, στις μέρες εκείνες, που όλοι, μικροί μεγάλοι, κρεμιόμασταν από την ΤV, για να παρακολουθήσουμε το Λούη, το Μανολόπουλο και τη Μάρθα, μοιάζει τόσο κοντινή, κι όμως, στην πραγματικότητα, χαμένη, οριστικά κι αμετάκλητα. Η εποποιία μίας εφηβείας, που ποτέ δεν σκύψαμε με τρυφερότητα πάνω της, γιατί ποτέ δεν κατανοήσαμε, ούτε καν ιχνηλατήσαμε όσα δικά της όνειρα παρέμειναν προδομένα και αδικαίωτα. Σάμπως οι άνθρωποι, σε τούτο ’δω τον τόπο, να γύρισαν, κάποτε, την πλάτη τους, στους μύθους, προτιμώντας, αντί για το ευεργετικό χάδι τους, την εξορία από τον κήπο της Αγάπης… Και έκτοτε, πορεύονται τυφλά, σαν από συνήθεια, σε μία ισόβια καταδίκη.

Ήταν Φλεβάρης του 2005, θυμάμαι, βράδυ Παρασκευής, όταν παρουσίαζα σε βιβλιοπωλείο της Πάτρας, ένα από τα βιβλία του: «Ο πόθος καίει τα σωθικά». Καταχείμωνο του 2005, σε μία περίοδο ψευδεπίγραφης ανεμελιάς, που σχεδόν ταιριάζει με μακρινή προϊστορία, για τους κατοίκους του ομορφότερου, πέτρινου ακρωτηρίου της Μεσογείου. Άλλη μία βροχερή μέρα, σκέφτηκα, στις τόσες βροχές, στα τόσα σύννεφα, που μαζεύτηκαν απειλητικά, πάνω από τα κεφάλια μας. Σημαδιακή και σπάνια, η σύμπτωση των Ουρανών. 18 Φλεβάρη του 2005, ήταν η μέρα της παρουσίασης του βιβλίου, το οποίο μιλούσε για τον αδικαίωτο πόθο μίας ολόκληρης γενιάς. 18 Φλεβάρη, είναι και για μένα, η μέρα των γενεθλίων μου. 18 Φλεβάρη, αλλά, εν έτει 1969, λες και το δικό μου γραφτό ήταν να γεννηθώ στην καρδία μίας, ακόμη, οριστικά «Χαμένης Άνοιξης»… Την ίδια μέρα, βλέπεις, αλλά με καθυστέρηση 36 χρόνων, η Τύχη το θέλησε, να σμίξω με τον Κ. Μουρσελά. Λες και οι ζωές μας διασταυρώθηκαν πάνω σε μία βροχερή, χειμωνιάτικη παρένθεση. Κάποιες στιγμές, νιώθω, λες και ο χρόνος να μάς κλείνει συνωμοτικά το μάτι, άλλο τώρα, που εμείς συνειδητά παραμένουμε τραγικά ανυποψίαστοι, στους διφορούμενους χρησμούς του.

Τότε, είχα διαλέξει από το βιβλίο, το ακόλουθο απόσπασμα. Σ’ αυτό, ο Μανολόπουλος – πιθανότατα, το λογοτεχνικό alter ego του Μουρσελά – αναρωτιέται για λογαριασμό μας. Μετά από 17 ολόκληρα χρόνια, τα λόγια του με στοιχειώνουν: «Άρχισε να ψιλοβρέχει, και, βλέποντας από μέσα, πίσω από τη τζαμαρία του λουκουματζίδικου, τη βροχή να πέφτει, μ’ έπιασε πάλι εκείνη η γνωστή απελπισία και θυμήθηκα το αιώνιο παράπονό μου, γιατί ποτέ δεν πρόλαβα να ρωτήσω τον πατέρα όσο ζούσε – πάντα το ανέλαβα για άλλη μία φορά και όλο για μία άλλη φορά – , να τον ρωτήσω να μου πει, για να ξέρω, πώς ήταν, ας πούμε, η μέρα που γεννήθηκα, γιατί πολύ θα ήθελα να ξέρω αν, για παράδειγμα, έβρεχε ή αν είχε λιακάδα ή συννεφιά… Να μου πει, ας πούμε, γιατί κρυβόμουν. Γιατί μού άρεσε να κρύβομαι σε υπόγεια και σε σοφίτες και ντουλάπες; Το είχε ποτέ σκεφτεί; Το είχε ψάξει; Ή, γιατί πάντα μου άρεσε ν’ ακούω τη βροχή να πέφτει πάνω στους τσίγκους και στις λαμαρίνες; Είχε αναρωτηθεί ποτέ;

«Τότε σκέφτηκα πως ήταν κι αυτό ένας μικρός θάνατος, που δεν έχω δηλαδή πια κανέναν δικό μου, να φρεσκάρω τις σκουριασμένες μνήμες μου, να συμπληρώσω τα κενά τους, να ξέρω ποιος ήμουν, ποιος πραγματικά είμαι. Οι μόνοι που ήξεραν έφυγαν. Έφυγαν αμετάκλητα και για πάντα, και όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσεις, τόσο πιο ανθρώπινος γίνεσαι…»

Ο μονόλογος ενός ανθρώπου, που συνεχίζει να πορεύεται με όλες τις πληγές του, μετέωρες και βασανιστικές! Απορίες, που, δυστυχώς, θα εξακολουθούν να σέρνονται για πάντα, αναπάντητες, όχι για ένα λογοτεχνικό υποκείμενο, αλλά και για όλους, όσοι ταλανίζονται στις δίνες των καιρών. Αν, επομένως, ο θάνατος του Κώστα Μουρσελά θα μπορούσε να σημαίνει κάτι, για τούτη την οριστικά «Χαμένη Άνοιξη» – πρωτίστως για τον τόπο, και για τους ανθρώπους του – πιστεύω πως είναι, κυρίως, γι’ αυτή καθεαυτή την απώλεια, που ο θάνατος αυτός ανασύρει στην επιφάνεια. Την αμετάκλητη, δηλαδή, απώλεια όλων εκείνων των ανθρώπων, που, ενώ αυτοί μονάχα θα μπορούσαν να ρίξουν φως, στο σκοτάδι του προσωπικού και συλλογικού μας βίου, εντούτοις όλοι τους, σιγά – σιγά, αποσύρθηκαν στην αιώνια σιωπή, συμπαρασύροντας στο πηγάδι της Λήθης, τις όποιες, κρυφές απαντήσεις γνώριζαν. Διότι ο συγκεκριμένος «τροβαδούρος» των ονείρων και του προδομένου Πόθου προστέθηκε πράγματι τελευταίος, στη χορεία «των οριστικά χαμένων Αγγέλων». Των μόνων ικανών ν’ αγγίξουν το Ελληνικό παράδοξο, με όρους λογικής, ευαισθησίας, Δημοκρατίας και πολιτισμού.

Ο Κ.Μουρσελάς γεννήθηκε ακριβώς μέσα στο μάτι του κυκλώνα. Γαλουχημένος μέσα στην καταιγίδα της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Στα πέτρινα χρόνια ενός κόσμου, που, μέχρι και σήμερα, αρνείται πεισματικά να βγει από τις στάχτες της Ιστορίας. Λες και όλες οι δυνάμεις της Οικουμένης να συνωμότησαν, κάποτε, προκειμένου να εξατμιστεί έως και η τελευταία ρανίδα από εκείνο το «Σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας», μπας και περίσσευε κανάς σπόρος, για το μέλλον. Από τα 15 του, μέλος της Επόν, να κυνηγά δράκους και ανεμόμυλους. Γνωστός του Μπελογιάννη. Φυλακισμένος και βασανισμένος, «διότι δε συνεμμορφώθη προς τας υποδείξεις». «Τους έφερναν», λέει ο Μουρσελάς, «στην αίθουσα των βασανιστηρίων, για να τους δελεάσουν, ώστε να υπογράψουν δήλωση σωφρονισμού. Από τα παράθυρα, οι φύλακες δασκάλευαν γυναίκες από την Τρούπα, να ξεγυμνώσουν τα στήθη τους, μπας και λυγίσουν οι κρατούμενοι κομμουνιστές, από την ηδονή και τον πόθο της στέρησης, και συνειδητοποιήσουν τι χάνουν, με τα μυαλά που κουβαλούν! Οι μεγάλοι – συνεχίζει ξανά – ήταν κάτι σαν Άγιοι, σαν να είχαν αγιοποιηθεί. Γυρνούσαν την πλάτη στις γυναίκες, την ηδονή, τον πειρασμό. Εγώ δεν μπορούσα να αντισταθώ, γιατί ήμουν 15χρονος. Αραιά και που, γυρνούσα, κι έβλεπα. Κάπως έτσι, ήρθα αντιμέτωπος, με τα δύο πρόσωπα του εαυτού μου. Τον πόθο, και το ένστικτο της επιβίωσης…»

Εξάλλου, για τον Μουρσελά, όπως και για τόσους άλλους, Δον Κιχώτες της γενιάς του, το Πάθος, ειδάλλως η Ηδονή, μαζί με το ένστικτο της επιβίωσης, είναι οι δύο, αμφίρροπες δυνάμεις, που θρέφουν, που ορίζουν τη Ζωή. Πλην όμως, αντί αυτές να συνυπάρχουν, αρμονικά και συμφιλιωμένα, μεταξύ τους, συνήθως αντιμάχονται, η μία την άλλη. Η ίδια ανελέητη μάχη, ανάμεσα στην αρχέγονη σπίθα για τη λευτεριά, και την υποταγή στα «πρέπει» του Πολιτισμού. Ενός πολιτισμού, που αντί να υπηρετεί την αναντικατάστατη αξία του Ανθρώπου, αυτοαναιρείται μέσα στις εκπληρούμενες προφητείες του. Και κάπου εδώ – ανάμεσα στις Συμπληγάδες, που θα κινδύνευαν αλλιώς να συνθλίψουν τον άνθρωπο – διαμεσολαβεί η Τέχνη. Για να ερμηνεύσει με τα έργα της, το ενδιάμεσο χάσμα. Ν’ ανακουφίσει το κενό. Ν’ αφουγκραστεί όχι το σάβανο μίας ιδέας, αλλά τον Άνθρωπο, που υπηρετεί, και εκφράζει αυτήν την Ιδέα. Γιατί για τον Μουρσελά, η μόνη αξία, που πρέπει, εν τέλει, να διασωθεί δεν είναι άλλη, παρά το Πάθος ∙ η σφοδρότερη, και η πιο τίμια κατάφαση της Ύπαρξης. Γι’ αυτό και ο ίδιος, δίχως την παραμικρή συστολή, δήλωνε στα βιβλία του, πως πορεύτηκε ισόβια σαν «ένας ηδονοβλεψίας και ωτακουστής της ζωής».

«… Οι μόνοι που ήξεραν έφυγαν. Έφυγαν αμετάκλητα και για πάντα, και όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσεις τόσο πιο ανθρώπινος γίνεσαι…» Οι σκουριασμένες μνήμες, και αυτοί, που γνώριζαν, αλλά χάθηκαν αμετάκλητα. Η “ιστορία” φαντάζει τραγική: όποτε η ψυχή μας ρωτά πώς ήμασταν μικροί, «γιατί μάς άρεσε να ακούμε τη βροχή να πέφτει στους τσίγκους και στις λαμαρίνες», εμείς, την αφήνουμε να περιπλανιέται, κουβαλώντας το ίδιο αφόρητο παράπονο, τον ίδιο αβάσταχτο πόνο. Και, κάθε φορά, που αυτή επιστρέφει με το παράπονο στο στόμα, εμείς μεταθέτουμε ες αύριον, τα σπουδαία, μέχρις ότου ο Θάνατος, αυτός ο υπέρτατος άρχων, να μας χτυπήσει ξαφνικά στην πλάτη, παγώνοντας την ανάσα μας, για πάντα.

Με μία διαφορά, καλοί μου φίλοι, – όπως θα σάρκαζε και ο κυρ Φάνης, ένας αφηγηματικός ήρωας του βιβλίου. Όταν ο θάνατος παγώνει μία ανθρώπινη ανάσα, οι ζωές παγώνουν κι αυτές, οριστικά ματαιωμένες. Γιατί, όπως μαρτυρεί ο κυρ-Φάνης, απλά ξεχάσαμε ότι «τίποτε, εκτός από το θάνατο, δεν είναι οριστικό στη ζωή μας».

Δημοσιεύτηκε στο Νόστιμον Ήμαρ

Γιάννης Δημογιάννης: "Τα Καβαφικά «Κεριά» και η κλεψύδρα του θανάτου"

Image result for φωτογραφίες Καβάφης

«Η περασμένες μέρες πίσω μένουν, μία θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων ∙ τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη, κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.»

Η σύμπτωση, σπάνια για τα ανθρώπινα, σημαδιακή, όπως κι αυτός. Το ημεροδρόμιο της ζωής του – καταχωνιασμένο κάπου στ’ αζήτητα του σκληρού δίσκου – ανασύρθηκε στο παρόν, από αγαπητό φίλο… Ο «Αλεξανδρινός», ο ποιητής που γεννήθηκε στις 29 Απριλίου του 1863, και πέθανε, μετά από 70 χρόνια, στην ίδια πόλη, και την ίδια μέρα. Αλεξάνδρεια, 29 Απρίλη 1933. Σαν να μην πέρασε μία μέρα! Ν’ ανοίγεις και να κλείνεις τα μάτια σου, στην πόλη που αγάπησες, στην πόλη που σε στοίχειωσε. «Καινούργιους τόπους δε θα βρεις, δε θάβρεις άλλες θάλασσες. Η πόλις θα σε ακολουθεί.»

Ένας βίος, θαρρείς, σκηνοθετημένος στην εντέλεια από τον πρωταγωνιστή του. Γιατί, ξεδιπλώνοντας καρέ – καρέ τη ζωή του, ο Κωνσταντίνος Καβάφης μοιάζει λες και είχε οριοθετήσει μοιραία, μέχρι και τις τελευταίες λεπτομέρειές του πλου του. Σα να κατείχε έως και τη διάρκεια του γήινου κύκλου του, σε ποιο σκηνικό θ’ ανέβει η «παράστασή» του, σε ποιες πράξεις θα τελεστεί το προσωπικό του δράμα ∙ με άλλα λόγια, πώς ακριβώς θα γραφτούν μέχρι και οι διάλογοι των πρωταγωνιστών και των κομπάρσων. Διότι, σίγουρα, απαιτεί σοφία και καλλιτεχνική μαεστρία, προκειμένου να περιγράψεις από το πρώτο, κιόλας, σου ποίημα, το προδιαγεγραμμένο σχέδιο του ακούσιου «εγκλεισμού» σου. Να γνωρίζεις από τους πρώτους στίχους σου πώς θα στηθεί η κοινωνική «συνωμοσία», ποιοι θα σε εγκλωβίσουν, πώς τελικά θα καταφέρουν, «χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ», να ορθώσουν τριγύρω σου, τείχη απόρθητα. Κοντολογίς, το σκηνικό ενός λιμανιού, που, αντί για αφετηρία λυτρωτικών ταξιδιών, μετατράπηκε ανεπαισθήτως σε κενοτάφιο ελπίδας, σε κάστρο περίκλειστο, όπου κάθε διαφυγή φαντάζει «μία καταδίκη γραφτή».

Πάντως, ακόμη κι αν μπορείς να προβλέψεις σε ποια πόλη και με ποιο τρόπο θα ξοδέψεις το καντήλι της ζωής σου, αναμφίβολα χρειάζεσαι να διαθέτεις λεπτές αντένες, ίσως και γενναιότητα, προκειμένου να περιγράψεις το μυστήριο, και συνάμα την τραγικότητα της περιπλάνησης σου. Ν’ αναμετρηθείς με τα μεγάλα και ανεξήγητα ερωτήματα της ύπαρξης. Ν’ αγγίξεις τη Γέννηση και το Θάνατο, αναζητώντας το ενδιάμεσο, χαμένο διάστημα. Να γίνεις η φωνή, ο λόγος εκείνος που θα καταγράψει, θα σαρκώσει την ανθρώπινη ματαιότητα. Και εδώ, η ιστορία αποδεικνύει πως, απέναντι σ’ όλα αυτά τα δυσερμήνευτα μεγέθη, ο μέγας Αλεξανδρινός έδωσε υπόσταση στο κοινό μας δράμα. Γιατί, μολονότι υπήρξε, τότε, νέος και σε ηλικία 26 μόλις χρονών, εντούτοις κατάφερε να συμπυκνώσει από το 6ο μόλις ποίημα – «Τα κεριά» – τον αξεπέραστο Νόμο, που διέπει τ’ ανθρώπινα. Την κλεψύδρα του χρόνου.



«Του μέλλοντος η μέρες», και από την άλλη, «η περασμένες μέρες». Το αιώνιο δίπολο, η αρχή και το τέλος. Το παρελθόν, το μέλλον, και ανάμεσα στις δύο Συμπληγάδες, ο μετέωρος άνθρωπος. Η εικόνα της ίδιας αδήριτης πραγματικότητας. Το παρελθόν προβάλλει πάντα, ανίκητο και αδηφάγο. Το μέλλον αντιθέτως φαντάζει αβέβαιο, αινιγματικό, και διφορούμενο. Κατά βάθος, με τα «Κεριά», ο Καβάφης είναι σα ν’ απεικονίζει στο ποιητικό του εργαστήρι, το σύνδρομο της «ανάστροφης κλεψύδρας»: γεννιέσαι, και αυτομάτως, η κλεψύδρα του Χρόνου γυρνά, κι αρχίζει ν’ αδειάζει αμετάκλητα. Από εκείνη τη στιγμή – λες και είσαι ο τελευταίος κομπάρσος της ζωής – το παρελθόν γλιστρά μέσα από τις χούφτες σου, σ’ ένα ταξίδι δίχως γυρισμό. Και εσύ, ακινητοποιημένος και ανήμπορος, ακριβώς κάτω από τη σχισμή της κλεψύδρας, βλέπεις την άμμο του Χρόνου να πέφτει ανελέητα πάνω στο πρόσωπό σου, μέχρι να διαποτίσει και την τελευταία σου ανάσα. Εξάλλου, ο ποιητής περιγράφει στην ωριμότητά του: «Το γήρασμα του σώματος και της ψυχής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι». Το διαπεραστικό «μαχαίρι» του χρόνου ∙ οι μήνες, οι μέρες, οι στιγμές…

Στην περίπτωση του «Καβάφη», είναι αλήθεια, πολλοί μύστες μίλησαν για έναν τεθλιμμένο ποιητή ∙ τον ποιητή του «γήρατος», όπως ο ίδιος αυτό-προσδιοριζόταν. Για τον εμβληματικό στοχαστή, που ξεχώρισε για το πνεύμα σκεπτικισμού, το σαρκασμό και την ειρωνεία, απέναντι σε ό,τι αντιπροσωπεύει την ηθική και πνευματική διάβρωση. Τα «Κεριά» – σαν ποίημα φιλοσοφικό, αν και πρωτόλειο – εμπεριέχει ψήγματα αυτής της δυναμικής. Εμβαθύνοντας, βέβαια, σ’ ένα δεύτερο πεδίο, η γραφή ξεχωρίζει, επίσης, για την εικαστική και την παραστατική της δεινότητα. Στην ουσία, τα «Κεριά» καταφέρνουν και συνθέτουν ένα πίνακα, που συμπυκνώνει καθολικά την ανθρώπινη φύση. Τα άπειρα ανθρώπινα «γιατί». Το δέος και το φόβο απέναντι στο Θάνατο. Την παντοκρατορία της φθοράς, και την ελαφρότητα που διέπει τη συνείδησή μας. Η αντιθετική εικόνα και μόνο, αρκεί… Από τη μία σειρά, προβάλλει το παρελθόν – «μία θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων» – απεικονίζοντας τον ακαταμάχητο θάνατο και την απώλεια. Από την άλλη σειρά, αχνοφέγγουν «του μέλλοντος η μέρες» – «σα μία σειρά χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεριά» – περιμένοντας κι αυτές, το αναπόφευκτο, νομοτελειακό τους τέλος!

Αποτελεί, αναμφίβολα, κοινό τόπο. Ο μονίμως σκεπτικός και μελαγχολικός «Αλεξανδρινός», δεν υπήρξε ποτέ εύπεπτος και ευχάριστος για τους ανυποψίαστους. Η αλήθεια του, πάντοτε, ήταν αποστομωτική για όσους αρέσκονται να ζουν ανώδυνα. Με μία διαφορά. Ο αδυσώπητος Χρόνος και ο Θάνατος δεν γνωρίζουν ούτε από συμπάθειες, ούτε από διακρίσεις… Κάπως έτσι, λοιπόν, την ώρα που το παρελθόν έχει πλημμυρίσει ολοκληρωτικά την κλεψύδρα μας, τότε, κανείς, δυστυχώς, δε βρίσκεται παραδίπλα, ώστε ν’ ακούσει τις απεγνωσμένες κραυγές του πανικόβλητου θνητού. Τα κουκιά είναι συνήθως μετρημένα. Εκείνη τη στιγμή, νηφάλιος και πλήρης παραμένει μονάχα όποιος δεν αψήφησε «τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει, τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν». Και η πραγματικότητα αποδεικνύει πως αυτός είθισται να είναι όποιος δεν έκλεισε τα μάτια, ούτε μπροστά στο φως, ούτε και στο σκοτάδι.

Δημοσιεύτηκε στο Νόστιμον Ήμαρ

Ένα Αγγελάκη έφυγε – μιλώντας μαζί της

ΔΙΑΔΡΑΣΗ Ένα Αγγελάκη έφυγε – μιλώντας μαζί της Το ποίημα “Λέει η Πηνελόπη” – γραμμένο από την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ – το δι...